Λακατάμια
ΙΣΤΟΡΙΑ
Ο Δήμος Λακατάμειας βρίσκεται στη νοτιοδυτική περίμετρο της μείζονος Λευκωσίας και αποτελείται από τα Δημοτικά Διαμερίσματα Λακατάμειας, Τσερίου και Συνοικισμού Ανθούπολης. Κάθε ένα από αυτά διαθέτει τη δική του μοναδική ιστορική πορεία, συνδυάζοντας την παράδοση με τη σύγχρονη ανάπτυξη.
Ο Δήμος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας περιοχής που διατηρεί ζωντανή την ιστορική της κληρονομιά, ενώ παράλληλα εξελίσσεται, προσφέροντας ένα δυναμικό και ελκυστικό περιβάλλον για τους κατοίκους και τους επισκέπτες του. Στοιχεία όπως οι εκκλησίες, οι παλιές γειτονιές και τα φυσικά τοπία αναδεικνύουν την πολιτιστική συνέχεια των διαμερισμάτων του Δήμου.
Η Λακατάμεια, με τον Πεδιαίο ποταμό να διατρέχει τη γη της, εξελίχθηκε από μια μικρή αγροτική κοινότητα σε μια σύγχρονη αστική περιοχή, ιδιαίτερα μετά την τουρκική εισβολή του 1974, η οποία οδήγησε σε μαζική αύξηση του πληθυσμού της. Το όνομά της πιθανώς συνδέεται με τα πολλά αλακάτια που χρησιμοποιούνταν για την άρδευση των καλλιεργειών της.
Το Τσέρι, αρχικά μια γεωργική κοινότητα, έχει εξελιχθεί σε μια αναπτυγμένη περιοχή με έντονη οικονομική δραστηριότητα. Γνωστό για την παραγωγή ελαιόλαδου, το 2019 κατάφερε να εντάξει την Ελιά στον Εθνικό Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Το όνομά του πιθανολογείται ότι προέρχεται από το «τζιερίν» (κερί) λόγω των πολλών μελισσιών του ή από το τοπωνύμιο «Ξέρι» που σχετίζεται με την έλλειψη υδάτινων πόρων.
Ο Συνοικισμός Ανθούπολης δημιουργήθηκε μετά την τουρκική εισβολή του 1974 για να στεγάσει πρόσφυγες από 101 κατεχόμενα χωριά της Κύπρου. Αν και η αρχική του ανάπτυξη χαρακτηριζόταν από ομοιομορφία στην αρχιτεκτονική, οι περιποιημένες αυλές και οι συνεχείς βελτιώσεις στις υποδομές του έχουν μετατρέψει την Ανθούπολη σε ένα ζωντανό και ανθεκτικό κομμάτι του Δήμου.
Ακολουθεί η αναλυτική ιστορία του κάθε διαμερίσματος.
Η Λακατάμεια βρίσκεται στη Ν.Δ. περίμετρο της μείζονος Λευκωσίας με κύριο φυσικό χαρακτηριστικό τον ποταμό Πεδιαίο που διατρέχει τη γη της σε μήκος 5 χιλιομέτρων.
Η άγονη λοφώδης περιοχή δυτικά του Πεδιαίου, με ανώτατο υψόμετρο 280 μ., ήταν για αιώνες βοσκότοποι και κριθαροχώραφα. Σήμερα αυτή η περιοχή είναι δομημένη στο μεγαλύτερο της μέρος και αποτελεί την ενορία Αρχαγγέλου-Ανθουπόλεως καθώς και τον προσφυγικό συνοικισμό Ανθούπολης ο οποίος, παρότι νησίδα εντός των ορίων της Λακατάμειας, δεν υπάγεται στο Δήμο αλλά διοικείται απευθείας από το Υπουργείο Εσωτερικών με αιρετό Συμβούλιο Βελτιώσεως.
Βορειότερα, στη δυτική όχθη του ποταμού, εκτείνεται ευφορότατη προσχωσιγενής κοιλάδα, μέχρι πριν 35 χρόνια το τσιφλίκι του Αρχαγγέλου, σήμερα δομημένη περιοχή του Αρχαγγέλου όπου και το ομώνυμο Βυζαντινό μοναστήρι.
Το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής της Λακατάμειας εκτείνεται ανατολικά του Πεδιαίου σε ένα επίπεδο τοπίο με υψόμετρο περί τα 200 ως 250 μ. Σε αυτή την περιοχή ήταν κτισμένοι οι παλαιοί αγροτικοί οικισμοί της Λακατάμειας, η Πάνω Λακατάμεια, η Κάτω Λακατάμεια, και ο Κουλουράτος, των οποίων οι ιστορικοί πυρήνες σώζονται ακόμα με ταπεινά πλίνθινα σπίτια κολλητά το ένα στο άλλο γύρω από τους ναούς του Αγίου Νικολάου, της Αγίας Παρασκευής και της Παναγίας της Χρυσοκουλουριώτισσας αντίστοιχα.
Αυτή η περιοχή κατά μήκος του ποταμού και σε πλάτος πέραν του ενός χιλιομέτρου, ήταν αρδεύσιμη μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα με νερό από τον ποταμό τη χειμερινή περίοδο, με αλακάτια, με λαγούμια και με επιφανειακό νερό από τη «μαυρόβρυση» τη θερινή περίοδο.
Αυτή η περιοχή ήταν για αιώνες ο λαχανόκηπος και οπωρόκηπος της Λευκωσίας Ανατολικότερα, όπου πιο λίγο το νερό και περιορισμένες οι δυνατότητες άρδευσης, όση γη δεν έχει δομηθεί είναι μέχρι σήμερα δοσμένη στην καλλιέργεια δημητριακών, κυρίως κριθαριού.
Δεν υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα ούτε μαρτυρίες από αρχαία κείμενα ή άλλες πηγές που να τεκμηριώνουν την ύπαρξη αρχαίας πόλης στη θέση της σημερινής Λακατάμειας.
Είναι όμως πολύ πιθανό να υπήρχαν αγροτικοί οικισμοί, όπως είναι αποδεδειγμένο, από τα μεσαιωνικά χρόνια και μετά των οποίων οι κάτοικοι να καλλιεργούσαν την εύφορη γη της περιοχής και να προμήθευαν τη Λευκωσία με γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα.
Η αρχαιότερη γραπτή αναφορά στη Λακατάμεια περιέχεται στο «Χρονικόν Γεωργίου Βουστρώνιου 1456-1489 μ.Χ.», ο οποίος γράφει ότι η Λακατάμεια ανήκε στον Κόμη της Τρίπολης Πέτρο Λουζινιανό ο οποίος το 1436 εβάπτισε την Καρλόττα κόρη του ανεψιού του Βασιλιά Ιωάννη «και εχάρισεν της την Λακαταμίαν».
Αναφορικά με την προέλευση του ονόματος της Λακατάμειας υπάρχουν μόνο υποθέσεις που στηρίζονται ή σε ισχνές και αόριστες πηγές ή σε εκ των υστέρων ερμηνείες που χρησιμοποιούν ιστορικά στοιχεία της ζωής στη Λακατάμεια.
Μια δημοφιλής υπόθεση θέλει τη Λακατάμεια να κατάγεται από την αρχαία Σπάρτη με το όνομα Λακεδαίμων το οποίο, παρεφθαρμένο από το χρόνο, κατέληξε, στα χρόνια των Λουζινιανών, στο σημερινό όνομα. Η υπόθεση αυτή στηρίζεται σε μια ισχνή και αόριστη μαρτυρία ενός Βυζαντινού συγγραφέα, του Στέφανου Βυζάντιου, τον οποίο ο Κυριάκος Χατζηιωάννου τοποθετεί στον 5ο ή 6ο αιώνα μ.Χ., και του οποίου το έργο χάθηκε και σώθηκε μια Επιτομή που έκαμε κάποιος με το όνομα Ερμόλαος. Στην Επιτομή αυτή μετά από κατάλογο παραλιακών πόλεων της Κύπρου γράφει, και δίνει ένα κατάλογο ονομάτων μεταξύ των οποίων και το όνομα «Λακεδαίμων» χωρίς καμιά απολύτως πρόσθετη πληροφορία.
Την εκδοχή ότι αυτή η υποτιθέμενη Λακεδαίμων είναι η σημερινή Λακατάμεια εκ παραφθοράς υιοθετούν ο Νέαρχος Κληρίδης («Χωριά και Πολιτείες της Κύπρου» 1961, σ.129), ο Σίμος Μενάρδος («Τοπωνυμικαί και Λαογραφικαί Μελέται» 1970, σ.84).
Η πιθανότερη καταγωγή του ονόματος της Λακατάμειας πρέπει να συνδέεται με τα πολλά αλακάτια που για αιώνες ήταν μέρος της αγροτικής ζωής της περιοχής. Καθώς ήταν πλούσια σε υπόγεια (σε μικρό βάθος) νερά η περιοχή, τα αλακάτια ήταν ο μοναδικός τρόπος άντλησης για την άρδευση κατά τους θερινούς μήνες. Μέχρι το 1945 ήταν καταγραμμένοι περίπου 80 τέτοιοι αλακατόλακκοι που αντλούσαν από βάθος μέχρι 30 πόδια. Ο Ρώσος μοναχός Βασίλιϊ Γρηγόροβιτς Μπάρσκυ επισκέφθηκε το 1735 τη Μονή Αρχαγγέλου όπου φιλοξενήθηκε τρεις μέρες και σημείωσε, μεταξύ άλλων, τα εξής για την παραμονή του.
«Η μονή αυτή ονομάζεται Ελληνιστί ο Αρχάγγελος της “Αλακαταμίας” δηλαδή ο Αρχάγγελος του φρέατος, διότι υπάρχουν πολλά φρέατα εις την μονήν και εις το παρακείμενο χωρίον, ένεκεν του μαλακού εδάφους δι εκσκαφή και των πολλών εν αυτώ πηγών».
Το χειροκίνητο αλακάτι ήταν επίσης ευρύτατα διαδεδομένο στους λάκκους που σχεδόν όλοι οι κάτοικοι του χωριού είχαν στα σπίτια τους για να αντλούν νερό για οικιακή χρήση. Αυτό το χειροκίνητο αλακάτι υιοθετήθηκε και ως το έμβλημα της Λακατάμειας όταν ανακηρύχθηκε σε Δήμο το 1986. Το αλακάτι ενσωματώθηκε και στο καινούργιο λογότυπο που δημιουργήθηκε το 2024, όταν ο Δήμος Λακατάμειας, στο πλαίσιο της Μεταρρύθμισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, συνενώθηκε με το Δήμο Τσερίου και το Κοινοτικό Συμβούλιο Συνοικισμού Ανθούπολης.
Μέχρι την κατάληψη της Κύπρου από τους Τούρκους (1571), ο πληθυσμός της Λακατάμειας ήταν αμιγώς ελληνικός εκτός από τους Φράγκους κι αργότερα τους Βενετσιάνους ευγενείς που, ως αφέντες κατείχαν τα φέουδα της περιοχής.
Η κάθοδος των Τούρκων σήμανε το τέλος της παρουσίας τόσο των Ενετών όσο γενικά και των Λατίνων, αλλά ταυτόχρονα την αρχή της παρουσίας των Τούρκων στην Λακατάμεια. Δε φαίνεται όμως να υπήρξε ποτέ μεγάλος αριθμός Τούρκων στη Λακατάμεια. Η πρώτη απογραφή πληθυσμού επί Αγγλοκρατίας το 1881, κατέγραψε 17 κατοίκους στο τσιφλίκι του Κουλουράτου (τσιφλίκι του Αγά), 355 στην Κάτω Λακατάμεια και 244 στην Πάνω Λακατάμεια. Κατά τη δεύτερη απογραφή, το 1891, το τσιφλίκι ενσωματώνεται στην Κάτω Λακατάμεια όπου καταγράφονται 414 κάτοικοι από τους οποίους οι 361 Έλληνες και οι 53 Τούρκοι. Δεν υπήρχαν Τούρκοι στην Πάνω Λακατάμεια.
Κατά τις πρώτες διακοινοτικές ταραχές του 1957-1958, που είχαν υποκινηθεί από τη βρετανική διοίκηση ως μέτρο αντιμετώπισης του κυπριακού απελευθερωτικού κινήματος, οι Τούρκοι εγκατέλειψαν τη Λακατάμεια κι εγκαταστάθηκαν στη Λευκωσία. Αρκετοί κράτησαν τα κτήματα τους και διατηρούν τη νόμιμη ιδιοκτησία τους μέχρι σήμερα.
Μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, η Λακατάμεια ήταν μια κατ’ εξοχήν αγροτική κοινότητα. Κληρονομημένες φεουδαλικές δομές από την εποχή της Φραγκοκρατίας (τσιφλίκια Κιόρογλου, Στράκκας, Αρχαγγέλου, κι άλλα μικρότερα) αποτελούσαν ακόμα συστατικά στοιχεία της ζωής. Επί τουρκοκρατίας τα φραγκοβενετσιάνικα φέουδα πέρασαν στα χέρια των Τούρκων. Άλλες εκτάσεις ξαναγύρισαν στην ορθόδοξη Εκκλησία, κι άλλες μοιράστηκαν σε μικρούς κλήρους κι αποδόθηκαν σε Έλληνες γεωργούς οι οποίοι πλήρωναν ως φόρο το ένα δέκατο της παραγωγής, τη «δεκαετία». Πολλοί παρέμειναν ακτήμονες και συνέχισαν να δουλεύουν στα τσιφλίκια των αγάδων ή της Εκκλησίας καθεστώς που, με μικρές αργές αλλαγές, διατηρήθηκε ως τα μέσα του 20ου αιώνα. Στις περιοχές που η ποσότητα του νερού δεν επέτρεπε εντατική καλλιέργεια, η ελιά ήταν το κυρίαρχο δέντρο. Επί Φραγκοκρατίας δημιουργήθηκαν μεγάλες φυτείες ελαιόδεντρων και υπήρχε οργανωμένη εξαγωγή λαδιού στην Ευρώπη. Αιωνόβιες ελιές που απομένουν ακόμα σε τέτοιες περιοχές αποδίδονται στους Βενετσιάνους. Μέχρι το 1952, οπόταν έγινε στη Λακατάμεια η εγκατάσταση του πρώτου σύγχρονου ελαιοτριβείου, λειτουργούσαν στην περιοχή δεκατρείς παραδοσιακοί ελιόμυλοι.
Σε περιοχές με περισσότερο νερό, καλλιεργούνταν εσπεριδοειδή, χρυσομηλιές, ροδακινιές, συκιές και άλλα καρποφόρα καθώς και πολλές συκαμιές για τη μεταξουργία.
Η Λακατάμεια, μια αμιγώς αγροτική κοινωνία μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, δέχεται από ενωρίς τις επιδράσεις της υποτυπώδους εκβιομηχάνισης και αστικοποίησης που αρχίζει να εκδηλώνεται με την παγίωση της βρετανικής κυριαρχίας μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η μικρή απόσταση της Λακατάμειας από την πρωτεύουσα όπως και η ύπαρξη πολλών ακτημόνων και φτωχών μικρογεωργών διευκολύνει την αναζήτηση εργασίας στην πόλη όπου αυξάνονται οι ευκαιρίες τόσο για απασχόληση όσο και για καλύτερη αμοιβή.
Η Τουρκική εισβολή του 1974 έφερε την πλήρη ανατροπή του τοπίου στη Λακατάμεια, με μια πληθυσμιακή έκρηξη που δεκαπλασίασε τον πληθυσμό της μέσα σε δύο δεκαετίες μετατρέποντας την, από μια κοινότητα 5.000 κατοίκων αμέσως πριν την εισβολή, σε μια πόλη των 40.000 κατοίκων τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα. Η Λακατάμεια, ευρισκόμενη στην εξωτερική περίμετρο της Μείζονος Λευκωσίας και σε σχετικά ασφαλή απόσταση από τη γραμμή αντιπαράταξης, δέχθηκε μεγάλο κύμα προσφύγων από όλες τις κατεχόμενες περιοχές τόσο σε κυβερνητικούς συνοικισμούς όσο και σε ιδιωτικές προσφυγικές κατοικίες.
Η Λακατάμεια δέχθηκε επίσης σχετικά μεγάλο αριθμό Μαρωνιτών προσφύγων από τα χωριά Κορμακίτης, Ασώματος, Αγία Μαρίνα Σκυλλούρας, και Καρπάσια. Σήμερα η μαρωνίτικη κοινότητα της Λακατάμειας αριθμεί περί τα 800 άτομα. Οι μισοί περίπου είναι εγκατεστημένοι στην ενορία Ανθούπολης όπου και η εκκλησία του Αγίου Μάρωνα και το δημοτικό σχολείο Μαρωνιτών.
Σήμερα οι πρόσφυγες αποτελούν πέραν του 65% του συνολικού πληθυσμού της πόλης. Επιπλέον, αν ληφθεί υπόψη και ο μεγάλος αριθμός μετοίκων από τις αποψιλωμένες ορεινές περιοχές, γίνεται κατανοητό το μωσαϊκό του πληθυσμού που συνθέτει σήμερα την πόλη της Λακατάμειας.
Ψηφίδες διάσπαρτες μέσα σε αυτό το μωσαϊκό είναι και οι αυτόχθονες κάτοικοι της Λακατάμειας. Ακολουθώντας την οικιστική ανάπτυξη, εγκατέλειψαν σιγά-σιγά τα παλιά φτωχικά πλινθόκτιστα σπίτια τα στριμωγμένα γύρω από τις τρεις παλιές εκκλησίες του Αγίου Νικολάου, της Αγίας Παρασκευής, και της Παναγίας της Χρυσοκουλουριώτισσας, κι έκτισαν σύγχρονες κατοικίες στις νέες οικιστικές περιοχές που έχουν αναπτυχθεί εκεί που πριν ήταν απέραντοι ελαιώνες, οπωρόκηποι και σπαρτά.
Στις παλιές γειτονιές μένουν σήμερα οικογένειες ηλικιωμένων και μετανάστες, όπως συμβαίνει και στην εντός των τειχών Λευκωσία.
Σήμερα η Λακατάμεια είναι κατεξοχήν οικιστική περιοχή και μεγάλο μέρος του πληθυσμού της εξακολουθεί να εργάζεται στη Λευκωσία ή στις βιομηχανικές περιοχές έξω από τα όρια της πόλης.
Η ανάπτυξη οικονομικής δραστηριότητας στη Λακατάμεια ακολουθεί την αύξηση του πληθυσμού. Παρατηρείται όμως σαφής διαφοροποίηση σε βασικούς τομείς της οικονομικής δραστηριότητας. Στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα πραγματοποιείται η μετάβαση από την αγροτική στην αστική κοινωνία με σοβαρή υποχώρηση του γεωργικού επαγγέλματος έναντι των εργατών και των τεχνιτών.
Τις δεκαετίες του 1970 και 1980 αυξάνεται σημαντικά ο τομέας της μεταποίησης, με εργαστήρια και μικρά εργοστάσια κυρίως ένδυσης και υπόδησης. Ο τομέας αυτός αρχίζει να υποχωρεί τη δεκαετία του 90, στα πλαίσια ευρύτερης κρίσης που παρατηρείται σε όλα τα αστικά κέντρα καθώς η δεκαετία του 90 σημαδεύεται με τη μετάβαση από βιομηχανική στη μεταβιομηχανική ή αλλιώς στην εποχή των υπηρεσιών.
Στον τομέα των κατασκευών, με κύριο άξονα την οικοδομική βιομηχανία, παρατηρείται συνεχής ανοδική πορεία.
Την περίοδο από το 1972-1995 την πρώτη θέση στην οικονομική δραστηριότητα παίρνουν οι υπηρεσίες. Ο τομέας του εμπορίου, κινείται σχεδόν στην ίδια τροχιά με τις υπηρεσίες.
Από τον αριθμό των επιχειρήσεων σε σχέση με τον αριθμό των απασχολουμένων κατά κλάδο, φαίνεται ότι, σε όλους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, η Λακατάμεια είναι χώρος των μικρών επιχειρήσεων. Παρά το γεγονός ότι οι μικρές επιχειρήσεις αποτελούν τον κανόνα για τη Λακατάμεια, υπάρχει και ένας μικρός αριθμός σχετικά μεγάλων οικονομικών μονάδων.
Ιστορική Αναδρομή
Το Τσέρι βρίσκεται νότια της Λευκωσίας, κάπου οκτώ χιλιόμετρα από αυτή και συνορεύει στα βόρεια με το Στρόβολο, στ’ ανατολικά με τα Λατσιά, στα δυτικά με τη Δευτερά, βορειοδυτικά με τη Λακατάμεια και στα νότια με τον Αναλυόντα, Μαρκί και Κοτσιάτη. Από την ίδρυσή του μέχρι τις μέρες μας, είχε μόνιμα πληθυσμιακή αύξηση.
Το Τσέρι είναι μια νέα κοινότητα ηλικίας όχι μεγαλύτερης των 250 χρόνων, ιδρυμένη κατά την περίοδο της ύστερης τουρκοκρατίας στην Κύπρο. Παρά το γεγονός ότι κάποιοι ιστορικοί των μεσαιωνικών χρόνων , όπως Μας ντε Λατρίς κι ο Φλώριος Βουστρώνιος κάνουν αναφορά του τοπωνυμίου Τσέρι, ο πρώτος ότι υπήρχε από το 1190 κι ο δεύτερος ότι στα μέσα του δέκατου πέμπτου αιώνα, δόθηκε ως φέουδο στον Ιωάννη ντε Λήδρο, το χωριό δεν σημειώνεται σε παλιούς χάρτες της Κύπρου ούτε γίνονται αναφορές του σε μεσαιωνικές πηγές. Αυτό ίσως οφείλετε στο γεγονός ότι η πρώτη ονομασία της κοινότητας δεν ήταν Τσέρι, αλλά Ξέρη, όνομα που χρησιμοποιείτο μέχρι και τα χρόνια της αγγλοκρατίας.
Η ιστορία του χωριού είναι περισσότερο γνωστή κατά τους δύο τελευταίους αιώνες, όπως αυτό μαρτυρείται μέσα από τα κατάστιχα της Ιεράς Αρχιεπισκοπής, τα κρατικά αρχεία και αρχεία βιβλιοθηκών. Από τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας της η κοινότητα κατοικήθηκε από Έλληνες, ενώ για μια περίοδο γύρω στο 1861, που το χωριό δόθηκε από τους Τούρκους στον Mehmed για τον Ahmed (πληροφορία από τα αρχεία της Εθνικής βιβλιοθήκης της Σόφιας 1571-1878) εγκαταστάθηκαν και μερικοί Τούρκοι, αλλά για μικρή περίοδο. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το Τσέρι διοικητικά υπαγόταν στον Καζάν Κυθρέας.
Οι πρώτοι κάτοικοι ήταν βοσκοί οι οποίοι, γύρω στο 1750 μ.χ., έκτισαν στο Τσέρι τις μάντρες τους. Πληροφορίες από ηλικιωμένα προσώπα της κοινότητας, αναφέρουν ως πρώτους κατοίκους, μέλη των πιο κάτω οκτώ οικογενειών, οι οποίες αποτέλεσαν και τον πρώτο πυρήνα δημιουργίας του Τσεριού: Γιάννουκκου, Χατζηχαράλαμπου, Σσιοναντή, Αρβυλή, Τζυρκακού, Χατζηγιώρκα, Μουστακά, Μήτρου (ο Μήτρος ήταν αδερφός του Γιάννουκκου).
Για την προέλευση των πρώτων κατοίκων υπάρχουν δυο εκδοχές. Η πρώτη αναφέρει πως αυτοί προέρχονταν από το γειτονικό χωριό Καμπιά, ενώ η δεύτερη αναφέρει, πως το χωριό κατοικήθηκε από τους τελευταίους κατοίκους του χωριού Τρυπί, το οποίο βρισκόταν στη νότια πλευρά του Τσεριού, κάπου ενάμισι χιλιόμετρο από αυτό. Το Τρυπί σημειώνεται σε παλιούς χάρτες της Κύπρου των χρονολογιών 1573 και 1650 μ. χ. Σε μικρή απόσταση από το Τρυπί, ήταν κτισμένος μεσαιωνικός οικισμός στην τοποθεσία «Λυσατζιά» πράγμα που μαρτυρείται από αρχαιολογικά ευρήματα του Τμήματος Αρχαιοτήτων Κύπρου.
Ονομασία
Σύμφωνα με τη Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια (εκδ. 1989), το Τσέρι πήρε το όνομά του από τη λέξη «τζιερίν» (κερί) λόγω των πολλών μελισσιών τα οποία παρήγαγαν μέλι και κερί. Άλλες εκδοχές υποδηλούν ότι το όνομα προήλθε από το τοπωνύμιο «Ξέρι», το οποίο προηγήθηκε της ονομασίας «Τσέρι» και πιστεύεται ότι προήλθε από την έλλειψη υδάτινων πόρων που χαρακτήριζε ανέκαθεν την περιοχή. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, το χωριό ήταν αρχικά κτισμένο στην περιοχή «Τρυπί» που βρίσκεται σήμερα προς τα νότια και συνορεύει με τις κοινότητες Μαρκίου και Αναλυόντα. Η περιοχή «Τρυπί» αναφέρεται σε χάρτες του 16ου και 17ου αιώνα. Και οι δύο ονομασίες αναφέρονται σε επίσημα έγγραφα σε διάφορες περιόδους. Η ονομασία «Ξέρι» συναντάται τόσο σε πιστοποιητικά γέννησης και τίτλους ιδιοκτησίας μέχρι τη δεκαετία του 1960, όσο και σε σημερινούς τοπογραφικούς χάρτες. Η ονομασία «Τσέρι» συναντάται σε έγγραφα της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου το 1820 (Κώστας Παπαγεωργίου, Τσέρι, από χωριό σε προάστιο, 1991 και Σοφοκλής Κάκουρος, Μια περασμένη εποχή, 1991)
Παραδόσεις
Στο παρελθόν, οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνταν με παραδοσιακά επαγγέλματα, όπως την κατασκευή «τσέστων», «σαρκών» και «φρουκαλιών», τη δημιουργία χειροποίητων κεντημάτων, με την παρασκευή Χαλουμιών, αλλά και την ελαιοκαλλιέργεια και την παραγωγή ελαιόλαδου. Ο κυριότερος λόγος που φέρεται να ώθησε τους κατοίκους στην καλλιέργεια της ελιάς, ήταν η ύπαρξη μιας φραγκοελιάς, στην νοτιοανατολική μεριά του χωριού. Οι κάτοικοι αποφάσισαν και φύτεψαν λίγα ελαιόδεντρα, αφού αυτά ευδοκιμούσαν στον τόπο. Έφεραν άγριες ελιές από το γειτονικό δάσος του Μαχαιρά και φύτεψαν στην αρχή γύρω στα είκοσι. Τον επόμενο χρόνο τα ελαιόδεντρα έγιναν σαράντα, τον τρίτο χρόνο εκατό και έτσι σε μια δεκαετία, δεν έμεινε ούτε ένας κάτοικος που δεν φύτεψε ελαιόδεντρα.
Το Τσέρι έχει να επιδείξει και έργα κεντητικής, κυρίως πλουμιά με βελόνι και σμιλί. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό είναι το «τσεριώτικο κλόσι», το οποίο κοσμούσε το άκρο των κεντημάτων, συνήθως των τραπεζομάντιλων, των «δισκόρουχων» και των πετσετών. Στο Τσέρι συναντώνται παραδοσιακά έθιμα από διάφορες περιοχές της Κύπρου, συμπεριλαμβανομένων και των Πασχαλινών Παιχνιδιών. Την Κυριακή του Πάσχα, οι κάτοικοι συγκεντρώνονταν στην πλατεία, δίπλα από την εκκλησία και τα καφενεία της κοινότητας, για να γιορτάσουν. Μέχρι το 1974, διατηρούσαν και το ξεχωριστό έθιμο του κεράσματος, σύμφωνα με το οποίο κάθε Τσεριώτης πρόσφερε σε συγγενείς, φίλους και γνωστούς, ένα ποτήρι τριαντάφυλλο (παραδοσιακό ποτό), ένα λουκούμι, δύο καραμέλες ή κάποιο άλλο κέρασμα. Σήμερα, τα Παιχνίδια της Λαμπρής αναβιώνουν κάθε Κυριακή του Πάσχα, χάρη στην πρωτοβουλία της Τοπικής Αρχής, τη στήριξη πολιτών και οργανωμένων συνόλων, καθώς και την ενεργό συμμετοχή των κατοίκων και των επισκεπτών.
Φυσικό Περιβάλλον
Τοπογραφικά, το Τσέρι παρουσιάζει ενδιαφέρον λόγω των εξάρσεων του εδάφους και ανάπτυξης των οικισμών σε αμφιθεατρική μορφή, αποτελώντας στοιχεία αναγνωρίσιμότητας. Ταυτόχρονα, συνέβαλαν στον τρόπο της γενικότερης ανάπτυξης της κοινότητας, με την ανέγερση σημαντικών για την κάθε εποχή κτισμάτων όπως τα παλαιά δημοτικά Ρούσειο και Ελένειο τα οποία βρίσκονται σε αντικριστούς λόφους εντός του πυρήνα της κοινότητας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι διατηρητέες οικοδομές, η στέρνα και η περιοχή «Πλαθκιά» που παρέχει πανοραμική θέα ολόκληρης της πόλης της Λευκωσίας.
Αρχαιολογικοί Χώροι
Στο Τσέρι έχουν ανακαλυφθεί συνολικά τρία Αρχαία Μνημεία, ενώ από το Τμήμα Αρχαιοτήτων εντοπίστηκαν δύο αρχαιολογικά ευαίσθητες περιοχές. Τα Αρχαία Μνημεία αποτελούνται από μια κτιστή σκεπαστή κλίμακα (στέρνα) η οποία τοποθετείται χρονικά γύρω στο 300 π.Χ, χώρο και κατάλοιπα της ρωμαϊκής περιόδου, και χώρο και κατάλοιπα αρχαίου νεκροταφείου.
Η «Στέρνα» αρχικά είχε ανακαλυφθεί τυχαία το 1949 από κατοίκους της κοινότητας ένα εντυπωσιακό υπόγειο κτίσμα με σκαλοπάτια, το οποίο καταγράφηκε στα αρχεία του Τμήματος Αρχαιοτήτων ως στέρνα της Ρωμαϊκής περιόδου. Το κτίσμα αυτό με τον καιρό γέμισε με χώμα, μέχρι που το 2006, το Τμήμα Αρχαιοτήτων το εντόπισε ξανά και προχώρησε στην κήρυξή του σε Μνημείο. Το 2010 πραγματοποιήθηκαν έρευνες με στόχο να ανασκαφεί το εσωτερικό του κτίσματος για να διαπιστωθεί η ακριβής του χρήση και χρονολόγηση. Οι μέχρι στιγμής έρευνες έχουν αποκαλύψει καμαροσκέπαστη κλίμακα με 40 υπόγεια σκαλοπάτια κατασκευασμένα από ασβεστόλιθο. Η κλίμακα πλαισιώνεται από δύο τοίχους κατασκευασμένους από ογκώδεις λαξευμένους πωρόλιθους συνδεδεμένους με ασβεστοκονίαμα. Η εσωτερική επιφάνεια των τοίχων και της οροφής και οι ενώσεις των σκαλοπατιών είναι επενδυμένα με υδραυλικό κονίαμα, μονωτικό υλικό, ιδιαίτερα ανθεκτικό στην υγρασία. Η οροφή είναι καμαροσκεπής, μήκους 10,10 μ. και κτισμένη από μεγάλους πωρόλιθους λαξευμένους με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία. Μέχρι στιγμής το βάθος του κτίσματος, από την αρχική επιφάνεια του τεμαχίου, φτάνει τα 8,80 μ. Στο γέμισμα της κλίμακας υπήρχαν μικρές ποσότητες κεραμικής που χρονολογείται από την Αρχαϊκή μέχρι και την Παλαιοχριστιανική περίοδο (7ος αι. π.Χ – 7ος αι. μ.Χ.). Ανάμεσα στα ευρήματα είναι και ένα κεφάλι αλόγου και ένα κεφάλι ανδρός, από Αρχαϊκά πήλινα ειδώλια. Κεραμική που χρονολογείται από την Αρχαϊκή μέχρι και την Παλαιοχριστιανική περίοδο συλλέχθηκε και από τον περιβάλλοντα χώρο της ανασκαφής. Η ακριβής χρονολόγηση του υπόγειου κτίσματος θα πραγματοποιηθεί με την ολοκληρώση των ανασκαφών και την απαραίτητη μελέτη των ευρημάτων. Η ανακάλυψη του μνημειακού αυτού κτίσματος, εμπλουτίζει σημαντικά τις γνώσεις μας όσον αφορά στην ιστορία της ανάπτυξης και αξιοποίησης των υδάτινων πόρων σε περιοχές όπως αυτής του Τσερίου, η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερες συνθήκες ξηρασίας. Οι κάτοικοι διαχρονικά είχαν να αντιμετωπίσουν τις δυσάρεστες συνέπειες της ανομβρίας και εφάρμοζαν μεθόδους εντοπισμού, συλλογής, αποθήκευσης και μεταφοράς πολύτιμου νερού για ικανοποίηση των αρδευτικών και υδρευτικών τους αναγκών και κατά συνέπεια για τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής τους (Τμήμα Αρχαιοτήτων).
Αρχαιολογικά ευρήματα εντοπιστήκαν στην περιοχή Τσερίου από το 1933, όταν ο Γιωρκής Τταραπουλούζης παρέδωσε στο Αρχαιολογικό Μουσείο λίθινη πλάκα που απεικονίζει τον Εσταυρωμένο με τους δύο ληστές. Η πλάκα εκτίθεται στο Μουσείο Λεμεσού. Βρέθηκαν επίσης, πήλινο αγαλματίδιο (1942) και άλλα ευρήματα όπως γαστριά προερχόμενα από οικισμό της Ελληνιστικής περιόδου, αμφορείς σε νεκρόπολη και απομεινάρια πατώματος πιθανώς της βασιλικής εκκλησίας του Μεσαίωνα.
Εκκλησίες/Εξωκλήσια
Σύμφωνα με την παράδοση στα πρώτα χρόνια της δημιουργίας της κοινότητας, κτίστηκε ένα μικρό εκκλησάκι αφιερωμένο στην Αγία Άννα. Σήμερα δεν βρίσκονται απομεινάρια της πρώτης εκκλησίας.
Το 1882, κτίστηκε στο κέντρο του χωριού ένας αφιερωμένος στους Άγιο Ανδρόνικο και Αγία Αθανασία. Αυτός ο ναός κοσμεί μέχρι σήμερα τον κεντρικό πυρήνα της κοινότητας. Το μύρωμα της εκκλησίας έγινε τον Αύγουστο του 1913,. Επιπρόσθετο του αρχικού κτισίματος είναι το καμπαναριό της εκκλησίας. Ως μεγάλοι ευεργέτες και δωρητές στην εκκλησία των Αγίων Ανδρονίκου και Αθανασίας, μνημονεύονται η ΧατζηΕλένη ΧατζηΜιχαήλ, ο Χρίστος Πιερίδης και η Μαριτσού Χιντή, οι οποίοι προσέφεραν μεγάλα χρηματικά ποσά, για διεκπεραίωση σημαντικών αναγκών του ιερού ναού σε διάφορες χρονικές περιόδους. Πρώτος ιερέας στον ναό υπηρέτησε ο μακαριστός Παπά Γεώργιος, τον οποίο διαδέχτηκαν οι Παπά Σταυρινός, Παπά Μιχαήλ, Παπά Στέφανος, Παπά Δημήτριος, Παπά Κυριάκος Παπά Δημήτριος (υιός) κατά κόσμο Σοφοκλής, Αρχιμανδρίτης Χρύσανθος, ο οποίος καταγόταν από την Πάφο, Παπά Χαράλαμπος, Ιερομόναχος Ανδρέας και οι τωρινοί ιερείς Παπά Μιχαήλ και Παπά Αδάμος.
Ερείπια εκκλησίας αφιερωμένης στην Αγία Αικατερίνη βρέθηκαν στο παλιό κοιμητήριο της κοινότητας, το οποίο βρίσκεται σήμερα δίπλα από το νεόκτιστο Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Αγ. Ελένης. Στον χώρο όπου βρέθηκαν τα ερείπια κτίστηκε ένα παρεκκλήσι, το οποίο αγιογραφήθηκε και λειτουργείται τις 25 Νοεμβρίου, ημέρα της Κοιμήσεως της Αγ. Αικατερίνης. Το 2009 ολοκληρώθηκε μεγαλεπήβολος ναός για να καλυφθούν οι θρησκευτικές ανάγκες των κατοίκων της κοινότητας και αφιερώθηκε στους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη. Τα θυρανοίξια του ναού πραγματοποιήθηκαν την 1η Ιανουαρίου το 2010 από τον Πανιερώτατο Μητροπολίτη Ταμασού, Ησαϊα στην παρουσία και του Μητροπολίτη Κωνσταντίας και Αμμοχώστου, κου. Βασιλείου.
Εκκλησάκι αφιερωμένο στον Άγιο Ιωάννη τον Ελεήμονα, βρίσκεται στον περίγυρο του Πολυδύναμου Κέντρου Εξυπηρέτησης Ηλικιωμένων Τσερίου.
Ο Συνοικισμός της Ανθούπολης είναι μια κοινότητα που δημιουργήθηκε για να στεγάσει τους πρόσφυγες της τουρκικής εισβολής. Απέχει μόλις δέκα χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα και βρίσκεται πλησίον κύριας οδικής αρτηρίας, γεγονός που διευκολύνει ιδιαίτερα τους κατοίκους της περιοχής.
Η ανέγερση του συνοικισμού έγινε σε δυο φάσεις, η πρώτη το 1976 και η δεύτερη το 1980. Από τότε, ο συνοικισμός άλλαξε όψη αφού έγιναν πολλά έργα που συνέβαλαν στον εξωραϊσμό του. Στο συνοικισμό εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από 101 περίπου κατεχόμενα χωριά. Παρόλο που πέρασαν πολλά χρόνια και συνδέθηκαν με το νέο τους τόπο, οι πληγές από το ξεριζωμό δεν πρόκειται να επουλωθούν και η επιθυμία για επιστροφή παραμένει άσβηστη.
Στο συνοικισμό υπάρχουν μερικές πολυκατοικίες αλλά και κατοικίες άλλες ισόγειες, και άλλες διώροφες, που όλες μαζί, όπως παραστατικά περιγράφει ο Καρούζης, δημιουργούν «μια μικρή πόλη κτισμένη με αυστηρά πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά σχέδια». Παρόλο που τα σπίτια και οι πολυκατοικίες είναι σχεδόν όμοιες, στις αυλές και στα μπαλκόνια οι περιποιημένες αυλές, οι ολάνθιστοι κήποι και οι πολύχρωμες γλάστρες χαρίζουν ένα ιδιαίτερο ύφος, ένα ξεχωριστό χαρακτήρα. Πρέπει να αναφερθεί πως οι παλιές πολυκατοικίες ήταν τριώροφες, ενώ οι καινούριες τετραώροφες και με ανελκυστήρα (ασανσέρ).
Στην καρδιά του οικισμού υπάρχει ένα εμπορικό κέντρο με παντοπωλείο, καφενείο, κρεοπωλεία και άλλα καταστήματα. Επιπρόσθετα, κάθε Κυριακή από τις 6π.μ. μέχρι τις 3.00 μ.μ. πραγματοποιείται Λαϊκή Αγορά. Στο κέντρο της κοινότητας, στο εμπορικό κέντρο στεγάζονται τα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου. Η μεγάλη εκκλησία είναι αφιερωμένη στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Υπάρχει, επίσης, ένα μικρό εκκλησάκι αφιερωμένο στην Αγία Ειρήνη Χρυσοβαλάντου.
Λίγα χρόνια μετά την εισβολή, συγκεκριμένα από το 1981, στον Οικισμό λειτούργησαν δημοτικό σχολείο και γυμνάσιο. Επίσης, περίπου στο μέσο των δυο εκκλησιών του συνοικισμού, της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και της Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, υπάρχει το Κοινοτικό Νηπιαγωγείο.
Τέλος, αξιοσημείωτο είναι πως ο οικισμός αναδομήθηκε. Συγκεκριμένα, κατεδαφίστηκαν οι παλιές πολυκατοικίες και στη θέση τους κτίστηκαν καινούριες. Επίσης, έχουν ήδη επιδιορθωθεί το εμπορικό κέντρο και κάποιες οικίες με εξαίρεση αυτές που κρίθηκαν ακατάλληλες. Οι τελευταίες δεν έτυχαν απλής επιδιόρθωσης αλλά έχουν κατεδαφιστεί και ανοικοδομηθεί.




















