ακολουθήστε μας:
Search Button

Λακατάμια - Ιστορία

ΙΣΤΟΡΙΑ

Η Λακατάμια βρίσκεται στη Ν.Δ. περίμετρο της μείζονος Λευκωσίας με κύριο φυσικό χαρακτηριστικό τον ποταμό Πεδιαίο που διατρέχει τη γη της σε μήκος 5 χιλιομέτρων.

Η άγονη λοφώδης περιοχή δυτικά του Πεδιαίου, με ανώτατο υψόμετρο 280 μ., ήταν για αιώνες βοσκότοποι και κριθαροχώραφα. Σήμερα αυτή η περιοχή είναι δομημένη στο μεγαλύτερο της μέρος και αποτελεί την ενορία Αρχαγγέλου-Ανθουπόλεως καθώς και τον προσφυγικό συνοικισμό Ανθούπολης ο οποίος,παρότι νησίδα εντός των ορίων της Λακατάμιας, δεν υπάγεται στο Δήμο αλλά διοικείται απευθείας από το Υπουργείο Εσωτερικών με αιρετό Συμβούλιο Βελτιώσεως.

Βορειότερα, στη δυτική όχθη του ποταμού, εκτείνεται ευφορότατη προσχωσιγενής κοιλάδα, μέχρι πριν 35 χρόνια το τσιφλίκι του Αρχαγγέλου, σήμερα δομημένη περιοχή του Αρχαγγέλου όπου και το ομώνυμο Βυζαντινό μοναστήρι.
 
 
     



Το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής της Λακατάμιας εκτείνεται ανατολικά του Πεδιαίου σε ένα επίπεδο τοπίο με υψόμετρο περί τα 200 ως 250 μ. Σε αυτή την περιοχή ήταν κτισμένοι οι παλαιοί αγροτικοί οικισμοί της Λακατάμιας, η Πάνω Λακατάμια, η Κάτω Λακατάμια, και ο Κουλουράτος, των οποίων οι ιστορικοί πυρήνες σώζονται ακόμα με ταπεινά πλίνθινα σπίτια κολλητά το ένα στο άλλο γύρω από τους ναούς του Αγίου Νικολάου, της Αγίας Παρασκευής και της Παναγίας της Χρυσοκουλουριώτισσας αντίστοιχα.
 
 
     

 

Αυτή η περιοχή κατά μήκος του ποταμού και σε πλάτος πέραν του ενός χιλιομέτρου, ήταν αρδεύσιμη μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα με νερό από τον ποταμό τη χειμερινή περίοδο, με αλακάτια, με λαγούμια και με επιφανειακό νερό από τη «μαυρόβρυση» τη θερινή περίοδο.

Αυτή η περιοχή ήταν για αιώνες ο λαχανόκηπος και οπωρόκηπος της Λευκωσίας Ανατολικότερα, όπου πιο λίγο το νερό και περιορισμένες οι δυνατότητες άρδευσης, όση γη δεν έχει δομηθεί είναι μέχρι σήμερα δοσμένη στην καλλιέργεια δημητριακών, κυρίως κριθαριού.

Δεν υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα ούτε μαρτυρίες από αρχαία κείμενα ή άλλες πηγές που να τεκμηριώνουν την ύπαρξη αρχαίας πόλης στη θέση της σημερινής Λακατάμιας.

Είναι όμως πολύ πιθανό να υπήρχαν αγροτικοί οικισμοί, όπως είναι αποδεδειγμένο, από τα μεσαιωνικά χρόνια και μετά των οποίων οι κάτοικοι να καλλιεργούσαν την εύφορη γη της περιοχής και να προμήθευαν τη Λευκωσία με γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα.

Η αρχαιότερη γραπτή αναφορά στη Λακατάμια περιέχεται στο «Χρονικόν Γεωργίου Βουστρώνιου 1456-1489 μ.Χ.», ο οποίος γράφει ότι η Λακατάμια ανήκε στον Κόμη της Τρίπολης Πέτρο Λουζινιανό ο οποίος το 1436 εβάπτισε την Καρλόττα κόρη του ανεψιού του Βασιλιά Ιωάννη «και εχάρισεν της την Λακαταμίαν».

Αναφορικά με την προέλευση του ονόματος της Λακατάμιας υπάρχουν μόνο υποθέσεις που στηρίζονται ή σε ισχνές και αόριστες πηγές ή σε εκ των υστέρων ερμηνείες που χρησιμοποιούν ιστορικά στοιχεία της ζωής στη Λακατάμια.

Μια δημοφιλής υπόθεση θέλει τη Λακατάμια να κατάγεται από την αρχαία Σπάρτη με το όνομα Λακεδαίμων το οποίο, παρεφθαρμένο από το χρόνο, κατέληξε, στα χρόνια των Λουζινιανών, στο σημερινό όνομα. Η υπόθεση αυτή στηρίζεται σε μια ισχνή και αόριστη μαρτυρία ενός Βυζαντινού συγγραφέα, του Στέφανου Βυζάντιου, τον οποίο ο Κυριάκος Χατζηιωάννου τοποθετεί στον 5ο ή 6ο αιώνα μ.Χ., και του οποίου το έργο χάθηκε και σώθηκε μια Επιτομή που έκαμε κάποιος με το όνομα Ερμόλαος. Στην Επιτομή αυτή μετά από κατάλογο παραλιακών πόλεων της Κύπρου γράφει, και δίνει ένα κατάλογο ονομάτων μεταξύ των οποίων και το όνομα «Λακεδαίμων» χωρίς καμιά απολύτως πρόσθετη πληροφορία.

Την εκδοχή ότι αυτή η υποτιθέμενη Λακεδαίμων είναι η σημερινή Λακατάμια εκ παραφθοράς υιοθετούν ο Νέαρχος Κληρίδης («Χωριά και Πολιτείες της Κύπρου» 1961, σ.129), ο Σίμος Μενάρδος («Τοπωνυμικαί και Λαογραφικαί Μελέται» 1970, σ.84).

Η πιθανότερη καταγωγή του ονόματος της Λακατάμιας πρέπει να συνδέεται με τα πολλά αλακάτια που για αιώνες ήταν μέρος της αγροτικής ζωής της περιοχής. Καθώς ήταν πλούσια σε υπόγεια (σε μικρό βάθος) νερά η περιοχή, τα αλακάτια ήταν ο μοναδικός τρόπος άντλησης για την άρδευση κατά τους θερινούς μήνες. Μέχρι το 1945 ήταν καταγραμμένοι περίπου 80 τέτοιοι αλακατόλακκοι που αντλούσαν από βάθος μέχρι 30 πόδια. Ο Ρώσος μοναχός Βασίλιϊ Γρηγόροβιτς Μπάρσκυ επισκέφθηκε το 1735 τη Μονή Αρχαγγέλου όπου φιλοξενήθηκε τρεις μέρες και σημείωσε, μεταξύ άλλων, τα εξής για την παραμονή του.

«Η μονή αυτή ονομάζεται Ελληνιστί ο Αρχάγγελος της “Αλακαταμίας” δηλαδή ο Αρχάγγελος του φρέατος, διότι υπάρχουν πολλά φρέατα εις την μονήν και εις το παρακείμενο χωρίον, ένεκεν του μαλακού εδάφους δι εκσκαφή και των πολλών εν αυτώ πηγών».

Το χειροκίνητο αλακάτι ήταν επίσης ευρύτατα διαδεδομένο στους λάκκους που σχεδόν όλοι οι κάτοικοι του χωριού είχαν στα σπίτια τους για να αντλούν νερό για οικιακή χρήση. Αυτό το χειροκίνητο αλακάτι υιοθετήθηκε και ως το έμβλημα της Λακατάμιας όταν ανακηρύχθηκε σε δήμο το 1986.

Μέχρι την κατάληψη της Κύπρου από τους Τούρκους (1571), ο πληθυσμός της Λακατάμιας ήταν αμιγώς ελληνικός εκτός από τους Φράγκους κι αργότερα τους Βενετσιάνους ευγενείς που, ως αφέντες κατείχαν τα φέουδα της περιοχής.

Η κάθοδος των Τούρκων σήμανε το τέλος της παρουσίας τόσο των Ενετών όσο γενικά και των Λατίνων, αλλά ταυτόχρονα την αρχή της παρουσίας των Τούρκων στην Λακατάμια. Δε φαίνεται όμως να υπήρξε ποτέ μεγάλος αριθμός Τούρκων στη Λακατάμια. Η πρώτη απογραφή πληθυσμού επί Αγγλοκρατίας το 1881, κατέγραψε 17 κατοίκους στο τσιφλίκι του Κουλουράτου (τσιφλίκι του Αγά), 355 στην Κάτω Λακατάμια και 244 στην Πάνω Λακατάμια. Κατά τη δεύτερη απογραφή, το 1891, το τσιφλίκι ενσωματώνεται στην Κάτω Λακατάμια όπου καταγράφονται 414 κάτοικοι από τους οποίους οι 361 Έλληνες και οι 53 Τούρκοι. Δεν υπήρχαν Τούρκοι στην Πάνω Λακατάμια.

Κατά τις πρώτες διακοινοτικές ταραχές του 1957-1958, που είχαν υποκινηθεί από τη βρετανική διοίκηση ως μέτρο αντιμετώπισης του κυπριακού απελευθερωτικού κινήματος, οι Τούρκοι εγκατέλειψαν τη Λακατάμια κι εγκαταστάθηκαν στη Λευκωσία. Αρκετοί κράτησαν τα κτήματα τους και διατηρούν τη νόμιμη ιδιοκτησία τους μέχρι σήμερα.

Μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, η Λακατάμια ήταν μια κατ’ εξοχήν αγροτική κοινότητα. Κληρονομημένες φεουδαλικές δομές από την εποχή της Φραγκοκρατίας (τσιφλίκια Κιόρογλου, Στράκκας, Αρχαγγέλου, κι άλλα μικρότερα) αποτελούσαν ακόμα συστατικά στοιχεία της ζωής. Επί τουρκοκρατίας τα φραγκοβενετσιάνικα φέουδα πέρασαν στα χέρια των Τούρκων. Άλλες εκτάσεις ξαναγύρισαν στην ορθόδοξη Εκκλησία, κι άλλες μοιράστηκαν σε μικρούς κλήρους κι αποδόθηκαν σε Έλληνες γεωργούς οι οποίοι πλήρωναν ως φόρο το ένα δέκατο της παραγωγής, τη «δεκαετία». Πολλοί παρέμειναν ακτήμονες και συνέχισαν να δουλεύουν στα τσιφλίκια των αγάδων ή της Εκκλησίας καθεστώς που, με μικρές αργές αλλαγές, διατηρήθηκε ως τα μέσα του 20ου αιώνα. Στις περιοχές που η ποσότητα του νερού δεν επέτρεπε εντατική καλλιέργεια, η ελιά ήταν το κυρίαρχο δέντρο. Επί Φραγκοκρατίας δημιουργήθηκαν μεγάλες φυτείες ελαιόδεντρων και υπήρχε οργανωμένη εξαγωγή λαδιού στην Ευρώπη. Αιωνόβιες ελιές που απομένουν ακόμα σε τέτοιες περιοχές αποδίδονται στους Βενετσιάνους. Μέχρι το 1952, οπόταν έγινε στη Λακατάμια η εγκατάσταση του πρώτου σύγχρονου ελαιοτριβείου, λειτουργούσαν στην περιοχή δεκατρείς παραδοσιακοί ελιόμυλοι.

Σε περιοχές με περισσότερο νερό, καλλιεργούνταν εσπεριδοειδή, χρυσομηλιές, ροδακινιές, συκιές και άλλα καρποφόρα καθώς και πολλές συκαμιές για τη μεταξουργία.

Η Λακατάμια, μια αμιγώς αγροτική κοινωνία μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, δέχεται από ενωρίς τις επιδράσεις της υποτυπώδους εκβιομηχάνισης και αστικοποίησης που αρχίζει να εκδηλώνεται με την παγίωση της βρετανικής κυριαρχίας μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η μικρή απόσταση της Λακατάμιας από την πρωτεύουσα όπως και η ύπαρξη πολλών ακτημόνων και φτωχών μικρογεωργών διευκολύνει την αναζήτηση εργασίας στην πόλη όπου αυξάνονται οι ευκαιρίες τόσο για απασχόληση όσο και για καλύτερη αμοιβή.

Η Τουρκική εισβολή του 1974 έφερε την πλήρη ανατροπή του τοπίου στη Λακατάμια, με μια πληθυσμιακή έκρηξη που δεκαπλασίασε τον πληθυσμό της μέσα σε δύο δεκαετίες μετατρέποντας την, από μια κοινότητα 5.000 κατοίκων αμέσως πριν την εισβολή, σε μια πόλη των 40.000 κατοίκων τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα. Η Λακατάμια, ευρισκόμενη στην εξωτερική περίμετρο της Μείζονος Λευκωσίας και σε σχετικά ασφαλή απόσταση από τη γραμμή αντιπαράταξης, δέχθηκε μεγάλο κύμα προσφύγων από όλες τις κατεχόμενες περιοχές τόσο σε κυβερνητικούς συνοικισμούς όσο και σε ιδιωτικές προσφυγικές κατοικίες.

Η Λακατάμια δέχθηκε επίσης σχετικά μεγάλο αριθμό Μαρωνιτών προσφύγων από τα χωριά Κορμακίτης, Ασώματος, Αγία Μαρίνα Σκυλλούρας, και Καρπάσια. Σήμερα η μαρωνίτικη κοινότητα της Λακατάμιας αριθμεί περί τα 800 άτομα. Οι μισοί περίπου είναι εγκατεστημένοι στην ενορία Ανθούπολης όπου και η εκκλησία του Αγίου Μάρωνα και το δημοτικό σχολείο μαρωνιτών.

Σήμερα οι πρόσφυγες αποτελούν πέραν του 65% του συνολικού πληθυσμού της πόλης χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι περισσότεροι από 4000 πρόσφυγες του Συνοικισμού Ανθούπολης ο οποίος διοικητικά δεν υπάγεται στο Δήμο Λακατάμιας αλλά απευθείας στην κεντρική κυβέρνηση.

Επιπλέον, αν ληφθεί υπόψη και ο μεγάλος αριθμός μετοίκων από τις αποψιλωμένες ορεινές περιοχές, γίνεται κατανοητό το μωσαϊκό του πληθυσμού που συνθέτει σήμερα την πόλη της Λακατάμιας.

Ψηφίδες διάσπαρτες μέσα σε αυτό το μωσαϊκό είναι και οι αυτόχθονες κάτοικοι της Λακατάμιας. Ακολουθώντας την οικιστική ανάπτυξη, εγκατέλειψαν σιγά-σιγά τα παλιά φτωχικά πλινθόκτιστα σπίτια τα στριμωγμένα γύρω από τις τρεις παλιές εκκλησίες του Αγίου Νικολάου, της Αγίας Παρασκευής, και της Παναγίας της Χρυσοκουλουριώτισσας, κι έκτισαν σύγχρονες κατοικίες στις νέες οικιστικές περιοχές που έχουν αναπτυχθεί εκεί που πριν ήταν απέραντοι ελαιώνες, οπωρόκηποι και σπαρτά.

Στις παλιές γειτονιές μένουν σήμερα οικογένειες ηλικιωμένων και μετανάστες, όπως συμβαίνει και στην εντός των τειχών Λευκωσία.

Σήμερα η Λακατάμια είναι κατεξοχήν οικιστική περιοχή και μεγάλο μέρος του πληθυσμού της εξακολουθεί να εργάζεται στη Λευκωσία ή στις βιομηχανικές περιοχές έξω από τα όρια της πόλης.

Η ανάπτυξη οικονομικής δραστηριότητας στη Λακατάμια ακολουθεί την αύξηση του πληθυσμού. Παρατηρείται όμως σαφής διαφοροποίηση σε βασικούς τομείς της οικονομικής δραστηριότητας. Στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα πραγματοποιείται η μετάβαση από την αγροτική στην αστική κοινωνία με σοβαρή υποχώρηση του γεωργικού επαγγέλματος έναντι των εργατών και των τεχνιτών.

Τις δεκαετίες του 1970 και 1980 αυξάνεται σημαντικά ο τομέας της μεταποίησης , με εργαστήρια και μικρά εργοστάσια κυρίως ένδυσης και υπόδησης. Ο τομέας αυτός αρχίζει να υποχωρεί τη δεκαετία του 90, στα πλαίσια ευρύτερης κρίσης που παρατηρείται σε όλα τα αστικά κέντρα καθώς η δεκαετία του 90 σημαδεύεται με τη μετάβαση από βιομηχανική στη μεταβιομηχανική ή αλλιώς στην εποχή των υπηρεσιών.

Στον τομέα των κατασκευών, με κύριο άξονα την οικοδομική βιομηχανία, παρατηρείται συνεχής ανοδική πορεία.

Την περίοδο από το 1972-1995 την πρώτη θέση στην οικονομική δραστηριότητα παίρνουν οι υπηρεσίες. Ο τομέας του εμπορίου, κινείται σχεδόν στην ίδια τροχιά με τις υπηρεσίες.

Από τον αριθμό των επιχειρήσεων σε σχέση με τον αριθμό των απασχολουμένων κατά κλάδο, φαίνεται ότι, σε όλους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, η Λακατάμια είναι χώρος των μικρών επιχειρήσεων. Παρά το γεγονός ότι οι μικρές επιχειρήσεις αποτελούν τον κανόνα για τη Λακατάμια, υπάρχει και ένας μικρός αριθμός σχετικά μεγάλων οικονομικών μονάδων.




Διεύθυνση
1ης Απριλίου 11
2310 Λακατάμια
Τ.Θ. 12012, 2340 Λακατάμια

Tηλ:
22364000
Fax:22380688
email: municipality@lakatamia.org.cy

Ωράρια Λειτουργίας
  
Γραφείο Εξυπηρέτησης Δημοτών 
Εντός ωρών εργασίας:
22364100

Εκτός ωρών εργασίας:

Ομάδα Άμεσης Εξυπ. Δημοτών (ΟΑΕΔ):
99174644

Απώλειες Νερού:
99651383